νέπα

Ετερόπτερα έντομα της οικογένειας των Νεπιδών. Ένα είδος διαδεδομένο στην Ευρώπη είναι η ν. η τεφρόχρους (nepa cinerea) που έχει μήκος περίπου 18 χιλιοστά, με σώμα ωοειδές, πολύ πεπλατυσμένο· ζει στα λιμνάζοντα νερά, αναπνέοντας με ένα λεπτό σίφωνα που προβάλλει από το άκρο της κοιλιάς και τον οποίο η ν. βγάζει κάθε τόσο πάνω από την επιφάνεια του νερού. Τα δύο μπροστινά πόδια είναι πιο ανεπτυγμένα από τα άλλα τέσσερα και χρησιμεύουν ως συλληπτήρια όργανα. Η ν. αυτή παραμένει για μεγάλο διάστημα στον βυθό ή προσκολλάται σε υδρόβια φυτά· δεν είναι ευκίνητη στην κολύμβηση, γιατί τα πόδια της στερούνται τριχώματος· τρέφεται γενικά από μικρά οστρακόδερμα, μικρά ψαράκια και γυρίνους. Τα αβγά, που το θηλυκό γεννά πάνω σε υδρόβια φυτά, φέρουν επτά μακρά νημάτια· οι προνύμφες που βγαίνουν από αυτά δεν έχουν αναπνευστικούς σωλήνες και γι’ αυτό πιάνονται πάνω σε φυτά ή άλλα αντικείμενα και ανεβαίνουν περιοδικά στην επιφάνεια για να εφοδιαστούν με αέρα, τον οποίο συγκρατούν με αδιάβροχες τρίχες στην κοιλιακή περιοχή του σώματος. Στην ίδια οικογένεια ανήκουν επίσης οι ρανάτρες, μεταξύ των οποίων η ρανάτρη η γραμμική (ranatra linearis), διαδεδομένη κι αυτή στα έλη της Ευρώπης· το σώμα της, που έχει στα μήκος περίπου 30 χιλιοστά, είναι πιο λεπτοκαμωμένο από της νέπας· τα πόδια και το αναπνευστικό όργανο της ρανάτρης αυτής είναι ιδιαίτερα μακρά. Ιδιαίτερο γνώρισμα της νέπας της τεφρόχρου (nepa cinerea) είναι τα δύο μπροστινά πόδια, τα οποία χρησιμοποιεί ως συλληπτήρια όργανα. H νέπα η ερυθρά (nepa rubra) είναι γνωστή και ως «σκορπιός του νερού».
* * *
και νέπη, η
ζωολ. γένος ημίπτερων εντόμων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. nepa < λατ. nepa «σκορπιός»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • νεπίδες — (nepidae). Οικογένεια εντόμων της τάξης των ετεροπτέρων. Βλ. λ. νέπα. * * * οι (εντομ.) οικογένεια ημίπτερων κρυπτοκέρατων εντόμων. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. nepidae < λατ. nepa (βλ. λ. νέπα) + κατάλ. ίδες] …   Dictionary of Greek

  • NEPE — Tusciae urbs mediterranea, hodie nomen retinet, Procopio Gothicar, rerum l. 4. est Νέπα, Ptol. Νέπετα, Straboni l. 5. Νέπιτα. Genuina autem formatio est, apud Livium l. 6. c. 9. 10. et in antiquo lapide Nepete, ut Tergeste, Ateste, Praeneste,… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.